αἰτιάομαι

αἰτι-άομαι, used by Hom. only in [dialect] Ep. forms, [ per.] 3pl. αἰτιόωνται, opt. αἰτιόῳο, -ῳτο, inf. αἰτιάασθαι, [tense] impf. ἠτιάασθε, -όωντο: [dialect] Aeol. [tense] impf. [ per.] 2sg.
A

αἰτίαο Lyr.Adesp.66

: [tense] fut.

-άσομαι Ar.Nu.1433

, Pl.Phd.85d: [tense] aor.

ᾐτιᾱσάμην E.Fr.254

, Th.1.120, etc., [dialect] Ion.

-ησάμενος Hdt.4.94

,

-ήσασθαι Hp.de Arte 4

: [tense] pf.

ᾐτίᾱμαι D.19.215

, [dialect] Ion.

-ίημαι Hp.Ep.17

(also in pass. sense, and [tense] aor. ᾐτιάθην always so, v. infr. 1.1): ([etym.] αἰτία):—accuse, censure, c. acc. pers.,

τάχα κεν καὶ ἀναίτιον αἰτιόῳτο Il.11.654

, cf. Od. 20.135;

ἀναίτιον αἰτιάασθαι Il.13.775

;

θεοὺς βροτοὶ αἰτιόωνται Od. 1.32

, cf. E.Fr.254;

καί μ' τιάασθε ἕκαστος Il.16.202

, cf. S.OT608, Lys.7.38, etc.;

αἰ. ὡς μιαρούς Pl.R.562d

; αἰ. τινά τινος to accuse of a thing, Hdt.5.27, Pl.R.619c, D.21.104, etc.: c. inf., αἰ. τινὰ ποιεῖν τι accuse one of doing, Hdt.5.27, Pl.Criti.120c, X.Mem.1.1.2;

οὐ τὰ ὑμέτερα αἰτιασόμεθα μὴ οὐχ ἕτοιμα εἶναι Pl.La.189c

; αἰ. τινὰ ὡς . . or ὅτι . . , Th.1.120, X.An.3.1.7;

αἰ. τινὰ περί τινος X.HG1.7.6

: c. acc. cogn., αἰ. αἰτίαν κατά τινος bring a charge against one, Antipho 6.27:— [voice] Pass., to be accused, [tense] aor. 1 ᾐτιάθην (always) Th.6.53, 8.68, X.HG2.1.32: [tense] pf.

ᾐτίαμαι Th.3.61

: [tense] fut.

αἰτιαθήσομαι D.C.37.56

.
b in good sense, give one the credit of being, σὲ τίς αἰτιᾶται νομοθέτην ἀγαθὸν γεγονέναι; Pl.R.599e, cf. 379c, Cra.396d.
2 c. acc. rei, lay to one's charge, impute,

τοῦτο αἰ. X.Cyr.3.1.39

;

ταῦτα D.19.215

: c. dupl. acc.,

τί ταῦτα τοὺς Αάκωνας αἰτιώμεθα

;

Ar.Ach.514

.
3 injure,

ὁπλήν Hippiatr.105

.
II allege as the cause, οὐ τὸ αἴτιον αἰ. not to allege the real cause, Pl.R. 329b; τίνα ἔχεις αἰτιάσασθαι . . τούτου κύριον; ib.508a;

φωνάς τε . . καὶ ἄλλα μυρία αἰ. Id.Phd.98e

;

τἀναίτια Id.Ti.88a

;

ὧν τὴν πενίαν αἰτιάσαιτ' ἄν τις D.18.263

;

τὴν δίνην Arist.Cael.295a32

;

τὸ αὐτόματον Id.Ph.196a25

.
2 c. inf., allege,

τὸν λόγον αἰ. δυσχερῆ εἶναι Pl.Prt. 333d

, cf. Men.93d;

αἰ. τι αἴτιον εἶναι Grg.518d

; ἰλίγγους ἐκ φιλοσοφίας ἐγγίγνεσθαι allege by way of accusation that . . ,
Id.R. 407c; τῆς ἱερᾶς χώρας ᾐτιᾶτο εἶναι he alleged that it was part of . . , D. 18.150, cf. 37.12. (Late in [voice] Act., POxy.1032.51 (ii A. D.).)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰτιᾶσθε — αἰτιάομαι accuse pres imperat mp 2nd pl αἰτιάομαι accuse pres subj mp 2nd pl αἰτιάομαι accuse pres ind mp 2nd pl (epic) αἰτιάομαι accuse imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιῆται — αἰτιάομαι accuse pres subj mp 3rd sg (doric) αἰτιάομαι accuse pres ind mp 3rd sg (doric) αἰτιάομαι accuse pres subj mp 3rd sg (epic ionic) αἰτιάομαι accuse pres ind mp 3rd sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιῶμαι — αἰτιάομαι accuse pres subj mp 1st sg (attic epic ionic) αἰτιάομαι accuse pres ind mp 1st sg αἰτιάομαι accuse pres subj mp 1st sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιῶνται — αἰτιάομαι accuse pres subj mp 3rd pl (attic epic ionic) αἰτιάομαι accuse pres ind mp 3rd pl αἰτιάομαι accuse pres subj mp 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιωμένων — αἰτιάομαι accuse pres part mp fem gen pl αἰτιάομαι accuse pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιᾶται — αἰτιάομαι accuse pres subj mp 3rd sg αἰτιάομαι accuse pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιᾷ — αἰτιάομαι accuse pres subj mp 2nd sg αἰτιάομαι accuse pres ind mp 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιάασθαι — αἰτιάομαι accuse pres inf mp (epic) αἰτιά̱ασθαι , αἰτιάομαι accuse pres inf mp (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιῶ — αἰτιάομαι accuse pres imperat mp 2nd sg αἰτιάομαι accuse imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιόωνται — αἰτιάομαι accuse pres subj mp 3rd pl (epic) αἰτιάομαι accuse pres ind mp 3rd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰτιώμενον — αἰτιάομαι accuse pres part mp masc acc sg αἰτιάομαι accuse pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.